Τρίτη, 18 Ιανουαρίου 2011

Για μια καλύτερη Ζωή ….Μετανάστης.

Από πού να ξεκινήσω;
Ποτέ μου δεν είχα σύμβαση εργασίας σε αυτή τη χώρα.
Μου έλεγαν ότι δεν είμαι σε θέση να ανταπεξέλθω στους όρους της σύμβασης εργασίας.
Μπορεί να είχαν και δίκαιο, αλλά δεν θα έπρεπε αυτό από μόνο του
να είναι μια αιτία το να έχω σύμβαση εργασίας;
Έπρεπε να δουλεύω σκληρά.
Χωρίς σύμβαση εργασίας, χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια , χωρίς ρεπό και πάντα παραπάνω από το οχτάωρο.
Διαλύματα δεν υπήρχαν, ο επιστάτης πάντα φώναζε και μας διέταζε χωρίς να κουνήσει το δαχτυλάκι του.
Όταν ήμουν άρρωστος έπρεπε να δουλεύω και τότε η πίεση του επιστάτη
ήταν ακόμη ποιο μεγαλύτερη ‘’άντε τεμπέλη, τζάμπα σε πληρώνω!’’.

Μέναμε σε μια παράγκα χωρίς παράθυρα, το χειμώνα έκανε τόσο κρύο
που και το ‘’πόσιμο’’ νερό στο πλαστικό μπουκάλι πάγωνε.
Πόσιμο, μια κουβέντα, μαζεύαμε το νερό της βροχής
και με μπαγιάτικο ψωμί της βγάζαμε μέρα παρά μέρα.
Παρότι εργαζόμασταν σε μεγάλες έκτασης με δενδροκαλλιέργειες και λαχανικά
δεν μας επιτρεπόταν να πάρουμε τίποτα για μας , με το πέρας της δουλειάς
στα κτήματα ο επιστάτης έλεγχε έναν – έναν για τυχόν ‘’κλοπές’’.
Κοιμόμασταν πάνω σε άχυρο, όπου η κάθε επαφή μαζί του έφερνε έντονη φαγούρα
και κόκκινα σημάδια σε όλους μας.
Το χειμώνα όταν δεν μπορούσαμε να εργαστούμε στα κτήματα λόγο καιρικών συνθηκών,
ο επιστάτης μας έβγαζε στα χωράφια, για μετεκπαίδευση όπως έλεγε και ίδιος,
μαζεύαμε τα πετραδάκια από τα χωράφια ώστε να ανασάνουν καλύτερα τα πρώτα βλαστάρια.

Τον τόπο που δούλευα και ζούσα δεν μπορούσα να τον εγκαταλείψω ποτέ, απαγορευόταν,
θα μας έπιανε η Αστυνομία, έλεγε ο επιστάτης.
Επικοινωνία με την οικογένεια δεν ήταν εφικτή. Τι κάνει η οικογένεια μου;
η γυναίκα μου; τα παιδιά μου;
Αχ..σκέφτομαι τα παιδιά μου και ιδρώνω, έχω 10 χρόνια να τα δω και λιώνω.
Δεν γνωρίζω τίποτα για την οικογένεια μου, πως ζει, αν λαμβάνει τα 70 €
που στέλνω με τον ταχυδρόμο κάθε μήνα.
Η μοίρα με χώρισε πολύ νωρίς από την οικογένεια μου, και εκεί δούλευα για ανθρώπους
όπου με κακομεταχειριζόταν και πολλές φορές δεν μου έδιναν ούτε το μεροκάματο.

Δεν πρέπει να είμαι αχάριστος, έχω στέγη και μεροκάματο, πολύ δεν έχουν,
θα έπρεπε να είμαι ευγνώμων. Αλλά με ποιο δικαίωμα μπορώ να είμαι ευγνώμων;
μου έδωσαν τα ελάχιστα και τίποτα παραπάνω, λίγα για ζήσω και πολλά για να πεθάνω.
Αν και το τελευταίο, το να πεθάνω, δεν είναι πάντα έτσι.
Κάποιος, συνάδελφος να τον πω, τραυματίστηκε βαριά στο πόδι του στα κτήματα.
Γιατρός δεν υπήρχε. Τον άφησαν μερικές μέρες στην παράγκα, στο αχυρένιο στρώμα.
Ο επιστάτης επί μέρες τον πίεζε να σηκωθεί και πάει στα κτήματα,
αλλά αυτός δεν μπορούσε να σηκωθεί. Μετά από μερικές ημέρες ,
ένα πρωινό, δεν υπήρχε, εξαφανίστηκε, δεν ακούσαμε ξανά τίποτα για αυτόν.
Όλοι μας χωρίς να μιλήσουμε μεταξύ μας ήμασταν σίγουροι για την τύχη του άμοιρου.

Πάνω από δέκα χρόνια δουλεύω, χωρίς να δω έστω και κάποιον οίκτο από κάποιον, δεν υπήρχε έλεος.
Αυτά τα δέκα χρόνια, με κατέστρεψαν, τα γόνατα μου δεν τα αισθάνομαι,
το στομάχι μου με πόνους από την καλοφαγία των ετών, το σώμα μου όλο ούλες και γρατζουνιές.
Λίγο πριν απελευθερωθούμε από την αστυνομία, από αυτό το κτήμα της σκλαβιάς,
άρχισα να βήχω και να κουτσαίνω, ενδόμυχα ήξερα ότι έχω λίγο καιρό μπροστά μου
για να αντέξω αυτή την δουλειά.
Απέκτησα χρόνιους πόνους, ευτυχώς μας απελευθέρωσαν οι αστυνομικοί,
αν και αυτοί δεν το βλέπουν έτσι. Μας έβαλαν σε ένα σπίτι, άσυλο το ονομάζουν,
είμαστε καλύτερα, δεν μας βγάζουν κάθε ξημέρωμα για δουλειά και έχουμε ένα πιάτο φαγητό.
Ο βήχας χειροτέρεψε, τα κόκαλα μου σε κάθε κίνηση πονούν αφόρητα, το αισθάνομαι, δεν έχω πολύ χρόνο.
Θα πεθάνω χωρίς να έχω ποτέ μου νιώσει την ευτυχία, έστω μια στιγμή της.
Δεν με φοβίζει ο θάνατος, αυτό που με κάνει και τρέμω από φόβο,
είναι η οικογένεια μου, τι έγινε; πως θα τα βγάλουν πέρα χωρίς τα χρήματα μου;
Δεν έχω χρήματα να τους πάρω τηλέφωνο, να τους ακούσω….
Ίσως είναι καλύτερα έτσι, δεν έχω την δύναμη.
Βλέπω στην τηλεόραση που μας έχουν σε αυτό το σπίτι μια εκπομπή
για την δυνατότητα ανάδοχου γονέα σε φτωχές χώρες. Ένα δάκρυ μου ξεφεύγει,
μια ευχή στο νου μου, μακάρι έστω και ένα από τα παιδιά μου
να αποκτήσουν κάποιον ανάδοχο γονέα.
Η ελπίδα πεθάνει τελευταία.

Η παραπάνω ιστορία είναι απλά ένα αποκύημα της φαντασίας μου.
Η φαντασία με την πραγματικότητα ενίοτε συναντιούνται,
έτσι και σε αυτή την ιστοριούλα, σε κάποιους από εμάς μπορεί να φαντάζει γνώριμο το σκηνικό.

2 σχόλια:

nikos είπε...

φιλε Νικο ολοι περασαμε απο τον καμπο της Βεροιας με τα ροδακινα και τα καπνα ευτυχως βαμβακι δεν μαζεψα πηγαινα σχολειο το φθινοπωρο Αλλα καπως ετσι ειναι και στις φραουλες σημερα

Ανώνυμος είπε...

niko geia sou tilemahos