Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία....

Υπάρχουν πολλών ειδών Χριστούγεννα.
Των πιστών και των αγοραστών. Τα κοσμικά και τα οικογενειακά.
Τα φωτεινά και τα μελαγχολικά.

Υπάρχουν διάφορα τοπία για Χριστούγεννα.
Τα βόρεια - με πάγο & χιόνι -
και τα νότια Χριστούγεννα με καραβάκια και αστέρια.

Υπάρχει ξεχωριστό ύφος Χριστουγέννων.
Των αδελφών Anderson ή του Λουντέμη.
Των παραμυθιών ή των Ευαγγελιστών.

Ο κάθε άνθρωπος έχει κάθε χρόνο τα δικά του Χριστούγεννα.
Που, από πέρυσι σε φέτος, μπορεί να απέχουν χρόνια μνήμης!

Για μένα, πάντως, από τότε που έπαψα να είμαι παιδί, τα Χριστούγεννα είναι πάντα μνήμη. Μία γιορτή όπου επιστρέφω.
Τα Χριστούγεννα, θυμάμαι - και την Πρωτοχρονιά, ελπίζω.
Κι όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο περισσότερο θυμάμαι - και τόσο λιγότερο ελπίζω.

Αυτή τη χρονιά θέλω να θυμηθώ μαζί σας.
Όχι πως οι αναμνήσεις μου είναι ιδιαίτερα σημαντικές - όλοι έχουμε ανάλογες.
Αλλά, στην αγορά της καρδιάς, τι άλλο έχει ένας άνθρωπος από τις εμπειρίες του.
Τις χαρίζει, τις ανταλλάσσει - καμιά φορά τις εμπορεύεται.

Ανοίγω λοιπόν το σεντούκι των Χριστουγέννων και ξετυλίγω την παρακάτω Ιστορία.
Αρχίζοντας – πού αλλού; – από τα παιδικά μου χρόνια.

Για όλους - εκτός από τα παιδιά - γιορτή σημαίνει ανάμνηση.
Τα παιδιά, βέβαια, παρελθόν δεν έχουν - έχουν το ζωντανό παρόν.
('Όσο για το μέλλον, το έχουν κι αυτό, αλλά δεν το ξέρουν. Και ίσως, καλύτερα).
Εμείς, όμως, παρελθόν. Κάθε χρόνο και πιο φορτωμένο.
(«Θυμάσαι τα Χριστούγεννα του '78;» - «Θυμάσαι την Πρωτοχρονιά του '85;»).

Αυτές τις μέρες θυμήθηκα τα Χριστούγεννα του '72.
Είχε χιονίσει πολύ αυτό το χρόνο στο Mittenwald
(μικρό βαυαρικό χωριό κοντά στο Μόναχο – Γερμανίας)
- λευκές παραμονές, κατά πώς πρέπει.
Τις μέρες εκείνες ζωντάνεψαν όλες οι γλυκερές κάρτ-ποστάλ –
παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινες σκούφιες, έλκηθρα,
χιονισμένα έλατα στις αυλές και την πλατεία,
σπιτάκια θαμμένα στο χιόνι με φωτισμένα παράθυρα και δραστήριες καμινάδες…

Για μένα όμως ήταν η πρώτη χρονιά στον νέο κόσμο.
Μπήκε ο Δεκέμβρης, έκανα πώς δεν έβλεπα, πώς δεν άκουγα και, κυρίως,
πως δεν θυμόμουν, απλά δεν καταλάβαινα τον νέο κόσμο που καλέστηκα να ζήσω.

Ήταν Κυριακή και οι Γερμανοί άναψαν κι άλλο κεράκι στο στεφάνι της Αdvent.
Στο τέταρτο κερί, πανικός. Αχ! αυτές οι μέρες της χαράς - γι' αυτούς πού καταφέρνουν
να πιάσουν την εθνική (κατά κεφαλήν) νόρμα ευτυχίας...

Μέναμε παραμονή Χριστουγέννων σε ένα δώμα 3 επί 3
(δεύτερος όροφος, χωρίς μπάνιο, κουζίνα & ασανσέρ)
να κοιτάω τον έξω κόσμο να χιονίζει.

Βράδυ παραμονής Χριστουγέννων, στη Γερμανία...
'Όλοι στα σπίτια γύρω από το δέντρο, ψυχή στους δρόμους, τα πεζοδρόμια ανεβασμένα.
Τις μέρες αυτές οι γερμανοί τραγουδάνε τα παραδοσιακά τους τραγούδια και ανοίγουν τα δώρα.
Τα τραγούδια τους, όμορφα - παλιά αναγεννησιακά και ή ατμόσφαιρα ζεστή από τα κεριά.
Έχουν πολλά καλούδια στα σπίτια τους: Plätzchen σαν κουλουράκια, Christstollen σαν τσουρέκι, ξηροί καρποί και κονιάκ.

'Όταν χτυπήσει έντεκα, ντύνονται όλοι ζεστά και πάνε στην εκκλησία
ν' ακούσουν τη λειτουργία του Μπαχ, του Μότσαρτ, του Σούμπερτ - με χορωδίες, ορχήστρες και αρμόνια.
Τα παιδιά κοιμούνται πολύ αργά (μεγάλη εξαίρεση) αγκαλιά με τα δώρα τους.
Την άλλη μέρα έχουν χήνα γεμιστή με πολλά ωραία συνοδευτικά και γλυκά,
στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι τους.

Κι εγώ, στο δώμα με τα αδέλφια μου και τον εαυτό μου κοιτούσα τον κόσμο μέσα από το τζάμι.
Βάλαμε την παλιά μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση να παίζει: όλο τραγούδια χριστουγεννιάτικα.
Ό άλλος σταθμός είχε εορταστική συναυλία.
Ζαλίστηκα, με πήρε ο ύπνος στο πάτωμα. Ξύπνησα από έντονο κουδούνισμα.
Στην πόρτα ένας σοβαρός καλοντυμένος κύριος, Γερμανός, πατέρας ενός παιδιού που γνώρισα τις πρώτες ημέρες στο σχολείο.
Συστήθηκε ευγενικά στην μητέρα μου.
Είπε πως είναι ο πατέρας κάποιου συμμαθητή μου. «Μήπως θα είχα κέφι» - ρώτησε -
«να πάω στο σπίτι τους και να παίξω με τον Franz – τον γιό του;»
Η μητέρα μου με τα λίγα γερμανικά μουρμούρισε μερικές δικαιολογίες .
Ό Πατέρας του Franz επέμενε: «Έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Εγώ θα τον περιμένω να ετοιμαστεί».
Ενδόμυχα μου έκανε καλό αυτή ή πρόσκληση.
Ιδιαίτερα πού ήταν άνθρωποι άγνωστοι και θα ξέφευγα από τον παγιδευμένο χώρο μου.
Ευχαρίστησα, ντύθηκα, φύγαμε.

Είχαν ένα πολύ ωραίο μικρό σπίτι με αυλή στην άκρη του χωριού.
Στην είσοδο με υποδέχτηκε ένας χιονάνθρωπος.
Μετά είδα τον Franz ήταν και ένα μικρό κοριτσάκι η αδελφή του - ξανθόμορφο σαν αγγελούδι.
Και ή μητέρα τους πολύ συμπαθητική.
Πήγαμε στο δωμάτιο του Franz ,
όσο το δικό μας δωμάτιο που κοιμόμαστε ολόκληρη οικογένεια πέντε ατόμων!
Το δωμάτιο είχε τα πάντα: αυτοκινητάκια και τρενάκια, στρατιωτάκια και πύργους,
δύο μεγάλα αρκουδάκια, ένα μεγάλο κρεβάτι, βιβλία.
Έπαιξα με την ψυχή μου, αν και δεν μιλούσαμε πολύ με τον Franz
(βλέπετε είχα μόλις συμπληρώσει τους πρώτους μήνες στην Γερμανία).
Μετά από κάποια ώρα μας φώναξε η μητέρα του κάτω στο σαλόνι,
τραγουδήσαμε όλοι μαζί, όλα τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια:
Από τον Ουρανό Ψηλά μέχρι το Έλατο και την Άγια Νύχτα.
Και το πιο όμορφο - το πιο συγκινητικό: Μου είχαν και δώρο!
Ανοίξαμε τα πακέτα και, κάτω από το έλατο,
υπήρχε και για μένα καρτούλα με το όνομά μου.
Μέσα στο κουτί ένα πανέμορφο κόκκινη αυτοκινητάκι.
Αργότερα, ανάψαμε το τζάκι, ψήσαμε κάστανα,
ήπιαμε γάλα με κουλούρια και μπισκότα, είπαμε ανέκδοτα και αστεία.
Ξαφνικά ένιωθα σπίτι μου.
Τους ήξερα χρόνια - πιο δικοί μου από τους δικούς μου.

Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να φύγω.
Ο πατέρας τους ετοιμάστηκε να με πάει με το αυτοκίνητο.
Ο Franz , η αδελφούλα του, η μητέρα του, η γιαγιά του με αγκάλιασαν πολύ θερμά.
Όταν φτάσαμε έξω από την πόρτα μου, δεν ήξερα πώς να τον ευχαριστήσω.
Άρχισα λοιπόν να προσπαθώ με μισόλογα να του πω πόσο σημαντική ήταν για μένα
αυτή η μέρα, πόσο ευγνώμων είμαι - όταν με διέκοψε:
«Δεν χρειάζεται», είπε, «να μ' ευχαριστήσεις.
Εμείς αυτό το κάνουμε κάθε χρόνο.
Έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να καλούμε ένα παιδί
που δεν έχει τις δυνατότητες που έχουμε εμείς .
Φέτος μας έδωσαν το όνομά σου».

Πόσο γρήγορα πηγαίνεις από τη ζέστη στο κρύο.
Ανέβηκα στο δωμάτιο μπήκα κάτω από την κουβέρτα ,
αγκαλιά το αυτοκινητάκι μου και κοιμήθηκα –
κοιμήθηκα μετά από μήνες με χαμόγελο, με αισιοδοξία για το αύριο.

Είθε ο νέος χρόνος να μας φέρει λιγότερα
λιγότερο πόνο σε αυτούς που πονούν,
λιγότερο μίσος σε αυτούς που μάχονται,
λιγότερη στέρηση σε όσους στερούνται,
λιγότερο πόλεμο, λιγότερο θάνατο,
λιγότερη καταπίεση, λιγότερη εκμετάλλευση,
λιγότερη δυστυχία και λιγότερη οδύνη.

Κι αν τύχει και φέρει μαζί
λιγότερη ελαφρομυαλιά και λιγότερη σπατάλη
λιγότερη επιπολαιότητακαι λιγότερη αυθάδεια...
τότε θα έχουμε περισσότερα από ότι μπορούμε να ελπίζουμε.
Ίσως τα λιγότεραείναι περισσότερα…

Καλές Γιορτές σε όλους με υγεία & χαρά.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

το όνειρο για μια καλύτερη ζωή...

Μαμά… Δεν θέλω να φύγω. Μην τους αφήσεις να με πάρουν… , σε παρακαλώ μαμά,
Φώναξα, τσίριξα κι έκλαψα, η φωνή μου όμως πνίγηκε από εκατοντάδες άλλες φωνές γυναικών
που αποχαιρετούσαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Όλοι μ' έσπρωχναν, προσπαθώντας να κάνουν χώρο στα πλευρά του πλοίου για να μπορούν οι δικοί τους να τους δουν.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, όπως έριξα την τελευταία ματιά στη μητέρα μου, αυτή την τόσο δυνατή γυναίκα,
μεταμορφωμένη τώρα από τις ρυτίδες του πόνου και της απόγνωσης.
Η χρονιά ήταν το 1958 που άφηνα τις ακτές του όμορφου νησιού μου, της Σάμου της Ελλάδας.
Ήμουν 26 χρόνων, πάνω στο "Begonia", "Το καράβι με τις Νύφες", μαζί με άλλες 900 νέες γυναίκες.
Όλα κι όλα που είχα μαζί μου ήταν μια βαλίτσα και το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, μακριά από πολέμους και βάσανα.



Οι πρώτες βδομάδες, πάνω στο καράβι, ήταν εφιαλτικές.
Τον περισσότερο χρόνο ήμουν κλεισμένη μέσα στην καμπίνα, που μοιραζόμουν με άλλες επτά γυναίκες και έκλαιγα.
Τι έκανα; αναρωτιόμουν.
Γιατί άφησα τον τόπο μου για να ζήσω σε μια ξένη γη;
Θα ξαναδώ, άραγε, τους δικούς μου ποτέ;
Kάθε βράδυ αυτά τα ερωτήματα με βασάνιζαν μέχρι που κουράζονταν τα μάτια μου,
έκλειναν και τότε ονειρευόμουν τον τόπο μου.

Για την Αυστραλία είχα ακούσει ότι ήταν μια πολύ όμορφη χώρα, με μεγάλα κτίρια, απέραντες καταπράσινες εκτάσεις και γραφικά ακρογιάλια.
Όλοι μιλούσαν για καλές δουλειές, ήσυχες ασφαλείς γειτονιές,
όπου θα μπορούσαμε να αναστήσουμε οικογένειες.
Κι όμως, όλα αυτά εμένα δεν με συγκινούσαν.
Ήμουν πολύ νέα ακόμη κι εκείνο που ήθελα ήταν να είμαι με την οικογένειά μου στο νησί.
Ακόμη κι αν το σπίτι μου το περικύκλωναν στρατιώτες,
οι βόμβες κατέστρεφαν το χωριό μου στη Σάμο και το μόνο που είχαμε να φάμε ήταν χόρτα.
Αυτό που είχε σημασία για μένα ήταν ότι θα ήμουν μαζί με τους δικούς μου ανθρώπους.

Το "Begonia" άραξε στο λιμάνι της Μελβούρνης 26 Ιουνίου.
Ήταν μια απαίσια μέρα που ταίριαζε απόλυτα με τα συναισθήματά μου.
Δεν μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου.
Δεν υπήρχε τίποτε από εκείνα που μού είχαν πει.
Δεν υπήρχαν κτίρια, δεν υπήρχε πράσινο, δεν υπήρχαν βουνά.
Δάκρυα γέμισαν τα μάτια μου, έτσι όπως έβλεπα αυτή την απαίσια εικόνα μπροστά μου.
Αυτό που λεγόταν Πορτ Μελβούρνη (Port Melbourne).



Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν όλοι αυτοί οι άντρες που ήταν μαζεμένοι εκεί, κουνούσαν τα μαντήλια τους και μας καλωσόριζαν στα ελληνικά.
Ήταν νέοι άντρες που ήλπιζαν να βρουν εκεί τη σύντροφό τους.

Μέρες και χρόνια πέρασαν γεμάτα από δουλειά και μοναξιά.
Είχα πολύ λίγα χρήματα και τα αγγλικά μου ήταν φτωχά,
αλλά τα κατάφερνα να συνεννοούμαι.
Δούλευα ως μασινίστρια σ' ένα μικρό δωμάτιο,
που ήταν σε χωματόδρομο του Ελστερνγουίκ (Elsternwick).
Τα χρήματα ήταν λίγα και δεν έφταναν ούτε για τα βασικά που χρειαζόμουν να επιβιώσω. Προσπάθησα, όμως, με αιματηρές οικονομίες να βάζω μερικά στην άκρη για το μέλλον μου.
Έμενα σ΄ ένα σπίτι με τρεις άλλες οικογένειες, όπου για να μαγειρέψεις
έπρεπε να ρίξεις ένα νόμισμα σε μια σχισμή, το ίδιο και για να ζεστάνεις νερό.
Σφιγγόταν η καρδιά μου κάθε βράδυ, όταν γύριζα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον από τη δουλειά, από την άλλη, όμως, ήμουν ευγνώμων που είχα μια στέγη πάνω από το κεφάλι μου.
Μερικές φορές μέσα στη βδομάδα, συναντιόμουν με κοπέλες
που είχαμε έλθει μαζί με το ίδιο καράβι
και όπως μιλούσαμε ελληνικά, είχα την αίσθηση ότι ήμουν πίσω στο νησί μου,
όπου ο θαλασσινός αέρας μ' έκανε να νιώθω ανάλαφρη.



Σ' αυτούς τους κύκλους γνώρισα τον άντρα μου.
Είχε κι εκείνος αφήσει τον τόπο του - το Άργος - προσπαθώντας να ξεφύγει
από την πείνα του πολέμου και τις κακουχίες.
Ήταν μόνο 15 χρόνων, μικρός για να πάει στον πόλεμο,
γι' αυτό και τον διέταξαν να μεταφέρει, πάνω στο άσπρο άλογό του,
τους νεκρούς για να ταφούν στο χωριό.
Όταν ήλθε στην Αυστραλία, τον έστειλαν στην Μπονετζίλα (Bonegilla),
ένα μεταναστευτικό κέντρο στη βόρεια Βικτώρια.
Ήταν πολύ ωραίος άντρας. Ψηλός, με ωραίο παράστημα, αλλά πολύ πεισματάρης.
Ήμουν τυχερή, όμως, που βρήκα έναν άντρα που μου φερόταν καλά.
Η μέρα του γάμου μας δεν ήταν τίποτε το ιδιαίτερο.
Μου έλειπε η μητέρα μου και οι δικοί μου.

Αμέσως σχεδόν μετά, αγοράσαμε ένα μαγαζάκι στο Ελστερνγουίκ και το κάναμε γαλακτοζαχαροπλαστείο (Milk Bar).
Mέναμε επάνω, σ' έναν μικρό μεν, αλλά άνετο, χώρο.
Εκεί απέκτησα τις δυο υπέροχες κόρες μου.
Θυμάμαι πόσο έντονη ήταν η επιθυμία μου να τις βοηθήσω στη σχολική τους εργασία,
όσο μπορούσα, για να αποκτήσουν την παιδεία που μου στέρησαν εμένα οι περιστάσεις όταν ήμουν μικρή.

Το όνειρο έγινε πραγματικότητα.
Κάτι που ξεκίνησε στο σκοτάδι, σήμερα λάμπει.
Ήλθα πριν από πενήντα χρόνια. Πού ήμουν και πού βρίσκομαι.
Έχω έναν άντρα που νοιάζεται για μένα, δυο κόρες που με λατρεύουν,
τέσσερα υπέροχα εγγόνια που λάμπουν σαν τα άστρα κάθε φορά που τα βλέπω,
ένα άνετο σπίτι με τον δικό μου λαχανόκηπο,
έ χω τους φίλους μου στο ελληνικό κλαμπ που πηγαίνω κάθε Τετάρτη,
τα ελληνικά κανάλια, τηλέφωνο, ένα αναπαυτικό κρεβάτι, ένα καλό φαγητό,
μια τουαλέτα κανονική, χρήματα.

Είμαι ευτυχισμένη.
Εντούτοις, τη μεγάλη πληγή που φαίνεται να μην έχει επουλωθεί,
Δεν είδα τη μητέρα μου ξανά. Ακόμη έχω μπροστά μου ολοζώντανη την εικόνα της,
την τελευταία φορά που την αντίκρισα, μέσα από το καράβι, στο λιμάνι να με αποχαιρετά. Μού λείπει τόσο πολύ και θα μου λείπει για πάντα,
μέχρι να συναντηθούμε ξανά στην άλλη ζωή.

Η Ελλάδα ήταν ο τόπος που γεννήθηκα και μεγάλωσα.
Τώρα, όμως, τη βλέπω σαν όνειρο, σαν τον τόπο από τον οποίο, μισό αιώνα πριν, απέδρασα. Ήταν ο τόπος μου, όσο τον μοιραζόμουν με την οικογένειά μου.
Τώρα δεν ζει κανείς.
Η οικογένειά μου είναι εδώ και είμαι περήφανη να θεωρώ την Αυστραλία πατρίδα μου.

Η παραπάνω ιστορία, είναι ειπωμένη από τη γιαγιά στην εγγονή
και έχει καταχωρηθεί στο Διαδίκτυο, αυστραλιανού καναλιού.

Είτε από επιλογή για καλύτερη ζωή είτε από το φόβο της δίωξης, μετανάστες και πρόσφυγες διανύουν τεράστιες αποστάσεις αναζητώντας το δικαίωμα στη ζωή και στην αξιοπρεπή διαβίωση.
Κάθε μετανάστης έχει να διηγηθεί και μια συγκλονιστική ιστορία.
Σήμερα οι γυναίκες αυτές είναι γιαγιάδες.
Έκαναν οικογένεια, απέκτησαν παιδιά, τα περισσότερα πετυχημένοι επιστήμονες και επιχειρηματίες και τώρα προσέχουν τα εγγόνια τους!








Είμαστε όλοι Μετανάστες;





Μήπως να δούμε το πόσους μετανάστες έχουμε ανάγκη
η να δούμε το πόσοι μετανάστες μας έχουν ανάγκη;

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

Μια μικρή ιστορία για τον άνθρωπο

"Όταν είχε φτιάξει ο Θεός με πηλό τον Αδάμ,
θέλησε να βάλει μέσα του την ψυχη για να τον ζωντανέψει.
Μα η ψυχή, καθώς ήταν ουράνια υπόσταση, δεν καταδεχόταν να χωθεί μέσα στο κορμί
το καμωμένο από λάσπη....

Πρόσταξε τότε ο Θεός έναν άγγελο κρυφά να μπει μέσα στον πηλό και να αρχίσει να τραγουδάει.

Έτσι κι έγινε...

Όταν λοιπόν ο άγγελος άρχισε να τραγουδάει,
η ψυχή γοητεύτηκε τόσο πολύ από το τραγούδι του,
που όρμησε προς το μέρος που ακουγόταν η φωνή.

Έτσι χωρίς να το καταλάβει μπήκε κι αυτή με τη σειρά της μέσα στο κορμί του Αδάμ.
Όταν πια η ψυχή είχε εγκατασταθεί για τα καλά,
ο άγγελος βγήκε από τον Αδάμ και σταμάτησε το τραγούδι.

Τότε η ψυχή δυσανασχέτησε κι έκανε να φύγει και αυτή......
όμως ο Αδάμ είχε ζωντανέψει στο μεταξύ και συνέχισε αυτός πια να τραγουδάει
το ίδιο τραγούδι, ισάξια και μάλιστα καλύτερα από τον άγγελο...
και η ψυχή εκστασιασμένη από το ανθρώπινο τραγούδι
αποφάσισε να μείνει μέσα στο κορμί του...

Έτσι του χάρισε τη ζωή και αυτός σε αντάλλαγμα, ...της χάρισε το τραγούδι του..."

.....από το Βιβλίο των Τραγουδιών..., το Kitab al Aghani του Abu al Faraij al-Isfahani (10ος αι.),
έτσι απλά για να σας φτιάξω την ημέρα σας.